άνδρας

[андрас] ουσ. а. мужчина

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άνδρας" в других словарях:

  • άνδρας — και άντρας, ο (Α ἀνήρ) 1. αρσενικός άνθρωπος (σ’ αντίθεση με τη γυναίκα) 2. ομόκλινος, σύζυγος 3. ανδρείος, γενναίος, παληκάρι 4. αυτός που μπήκε στην αντρική ηλικία, ενήλικος, ώριμος 5. στρατιώτης, οπλίτης 6. φρ. «κατ’ ἄνδρα», ένας ένας με τη… …   Dictionary of Greek

  • ἀνδράς — ἀνδρά̱ς , ἀνά διδράσκω run away aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνδράσ' — ἀνδράσι , ἀνήρ nar masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνδρας — ἀνήρ nar masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λεβεντάνθρωπος — και λεβεντάθρωπος, ο 1. άνδρας με παράστημα, εμφάνιση και τρόπους λεβέντη 2. άνδρας αρχοντικός στη συμπεριφορά και στις διαθέσεις 3. άνδρας γενναιόδωρος …   Dictionary of Greek

  • Liste Swadesh Du Grec Moderne — Liste Swadesh de 207 mots en français et en grec moderne. Sommaire 1 Présentation 2 Liste 3 Voir aussi 3.1 Bibliographie …   Wikipédia en Français

  • Liste Swadesh du grec moderne — Liste Swadesh de 207 mots en français et en grec moderne. Sommaire 1 Présentation 2 Liste 3 Voir aussi 3.1 Bibliographie …   Wikipédia en Français

  • O skliros andras — Ο σκληρός άνδρας Directed by Giannis Dalianidis Andreas Andreadakis (aide) Written by Giannis Dalianidis (from the theatrical play by Giorgos Roussos) Starring Kostas Hadjihristos Martha Vourtsi Martha Karagianni …   Wikipedia

  • TYRO — I. TYRO aliis Tiro, Graece νέος ςτρατιώτης, πρωτόπειρος, novus miles, an a τείρομαι, etiam de Adolescentibu, ad forensia studia se praeparantibus, apud Plinium et Quintilianum reperitur Instit. Orat. l. 12. c. 6. Erat autem apud Romanos Tyrocinii …   Hofmann J. Lexicon universale

  • μαγκλάρας — και μαγκλαράς, ο 1. άνδρας ψηλός και άχαρος, ασουλούπωτος 2. ρωμαλέος, ψηλόκορμος άνδρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθυντικό τού μέγκλος* «θαυμάσιος άνθρωπος», με αφομοιωτική τροπή τού ε σε α ] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.